Αναρτήσεις

Η καλοσύνη των εστιατορίων

Εικόνα
                                                                                                                    (φωτ. Βρυξέλλες, 2009)                                              ...

Ο φούρνος του μακαρίτη

Εικόνα
                                                                                                                                   της Μαρίας Δριμή         Το καλύτερο ψωμί στο χωριό το έβγαζε από παλιά ο φούρνος του μακαρίτη. Ζυμωτές με το χέρι φραντζόλες και καρβέλια, ψημένα όλα σε φούρνο με ξύλα. «Αρτοποιία Βλάχου» έγραφε η μικρή ξύλινη ταμπέλα πάνω από την είσοδο, αλλά όλοι οι ντόπιοι ως «φούρνο του μακαρίτη» τον ήξεραν. Πρόλαβα ζωντανό τον Σταύρο Βλάχο, τον μακαρίτη. Ήταν ένας λεβεντάνθρωπος, κοντά δύο μέτρα, με ανοιχτές πλάτες, πυκνά καστανά μαλλιά και γαλανά μάτια. Ωραίος άντρας. Είχε ανοίξει τον φούρνο, όταν στο χωριό δε...

Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα

Εικόνα
της Μαρίας Δριμή (φωτ. Μαρία Δριμή) “ S unday morning …” , ψιθύριζε τραγουδιστά η Nico στο ραδιόφωνο. Η Κυριακή ήταν πάντα μια αμήχανη μέρα. Θα ήθελε να έρχονται οι εβδομάδες του χωρίς Κυριακές. Κι ας μην ήταν εβδομάδες-θα ήταν ίσως εξομάδες ;-κι ας άλλαζε η σειρά των ημερών. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν κατάλαβε αν η Κυριακή ήταν στο τέλος ή στην αρχή της εβδομάδας. Κρίνοντας απ’ το όνομα, η Δευτέρα ήταν δεύτερη και η Κυριακή πρώτη, πόσο παράξενα ακουγόταν η ευχή για καλή εβδομάδα τα πρωινά της Δευτέρας… Όλες οι μέρες του Θεού είναι, έλεγε η μάνα του. Πράγματι, ο Θεός ίσως ήταν μια λύση για τις Κυριακές∙ αν πίστευε, θα τις υποδεχόταν με καλύτερη διάθεση, ακούγοντας την πρωινή λειτουργία στην εκκλησία, ύστερα το κήρυγμα του ιερέα, λέξεις που ευωδιάζουν λιβάνι, πάντα το λιβάνι του θύμιζε απαγορευμένες μυρωδιές. Αν πίστευε έστω στην τύχη, πάλι θα είχε λόγο να περιμένει τις Κυριακές, την κλήρωση του κρατικού λαχείου, τους αγώνες ποδοσφαίρου, τα υπό την κρατική αιγίδα στοιχήματα....

Γιάννης Βαρβέρης: Γκάφα σε όνειρο

Εικόνα
Ήμασταν λέει καθισμένοι κι οι τρεις όπως παλιά, σ’ ένα καλό εστιατόριο Κυριακής. Μεσημέρι κι η μητέρα μου είχε τη σημερινή της ηλικία που δε γνωρίζω ακριβώς, πάντως άνω των εβδομήντα, εγώ μια αδιάφορη, ας πούμε πάλι τη σημερινή. Όμως ο πατέρας ήταν κάπως πιο νέος από κείνην, ενώ μου είναι γνωστό το αντίθετο. Το εστιατόριο με πολλή κίνηση αλλά χωρίς φασαρία και μπροστά μας ήδη σερβιρισμένα τρία πιάτα που όμως δεν είχαμε παραγγείλει. Πήρα εγώ το συκώτι, ο μπαμπάς το φιλέτο κι έμεινε για τη μαμά μια μερίδα αρνάκι. -Το αρνάκι βλάπτει, παρ’ το εσύ καλύτερα που είσαι πεθαμένος, είπα στον πατέρα μου. Με κοίταξε όπως κοιτάζουν οι νεκροί και ξυπνάς. Από τη συλλογή "Άκυρο θαύμα" (1996)

Κ. Γ. Καρυωτάκης: Ένας πρακτικός θάνατος

Εικόνα
(φωτ. Dorothea Lange)              Δεν ξέρω τι φορούσε στο κεφάλι. Τα ρούχα της δεν είχαν ούτε σχήμα ούτε χρώμα. Εμπήκε στο γραφείο κρατώντας στην αγκαλιά δυο παιδιά και σέρνοντας τέσσερα. Άλλο τραβούσε το φουστάνι της, άλλο τα μαλλιά της. Ένα αγόρι ως τριών χρονών έτρεμε με κάτι παράξενα αναφιλητά, χωρίς να κλαίει. Όλα μαζί-φριχτή συμφωνία-εκοίταζαν τη μητέρα τους όπως οι μουσικοί το μαέστρο. Αυτή όμως είχε ξεχάσει την παρτιτούρα της σ’ ένα κομψό γραφειάκι από acajou .       Στάθηκε μπροστά μας με ορθάνοιχτα μάτια. Κάτι σαν ψεύτικο γέλιο, μια γκριμάτσα οίκτου προς τον εαυτό της, εξηγούσε τα λόγια της. Ήταν Αρμένισσα. Ο άντρας της επέθανε σ’ ένα χωριό, κι ήρθε από κει ζητώντας ψωμί για τα παιδιά της. Τώρα παρακαλούσε να στεγασθεί. Κάποιος που ήξερε τη γλώσσα της τής είπε ότι δεν υπήρχε πουθενά θέσις. Και καθώς δεν ήθελε να καταλάβει, την έβγαλαν έξω στο διάδρομο. Έμεινε ξαπλωμένη με τα παιδιά της ως το μεσημέρι. Την άλλη μέρα...

Μαρία Μήτσορα: Στο Κολωνάκι όσο ανθίζουν οι νεραντζιές

Εικόνα
Το δικαίωμα στην πόλη είναι απαραίτητη συνθήκη ενός ουμανισμού και μιας ανανεωμένης δημοκρατίας. (Henri Lefebvre, Espace et Politique) Οι πολεοδομίες του 20ού αιώνα (και του 21ου αιώνα) θα πρέπει να κατασκευάζουν περιπέτειες. (Χωροταξία, Internationale Situationiste) Υπάρχει ακόμα επιλογή ανάμεσα στη νεκρόπολη και στην ουτοπία. (Lewis Mumford, City in History)        Λένε πως η πόλις των Αθηνών θα εξαφανιστεί διογκούμενη, από την Ελευσίνα μέχρι το Μαραθώνα και το Λαύριο. Λένε πως ίσως όλος ο πλανήτης να γίνει μια ενιαία πόλη, που θα καταπιεί τους κατασκευαστές της, σε δέκατα τρίτα υπόγεια και σε δέκατους έβδομους ουρανούς. Μερικοί όμως επιμένουν ότι κατηφορίζοντας από τη Δεινοκράτους όσο ανθίζουν ακόμα οι νεραντζιές, αφού διασχίσεις τη χαριτωμένη πλατεία της Δεξαμενής, αφήνοντας στα δεξιά σου το κυκλαδίτικο σπίτι της Φωκυλίδου, πάντα δυο τετράγωνα θα σε χωρίζουν από την πλατεία Φιλικής Εταιρείας, γνωστής κυρίως ως πλατεία Κολωνακίου. Και αυτοί οι ...

Carol Ann Duffy: Ένα υγιεινό γεύμα

Εικόνα
Ο καλοφαγάς δοκιμάζει τα μυστικά όνειρα των αγελάδων ελαφρώς αλειμμένα   με σκόρδο. Πίσω από την πράσινη πόρτα μαστίγια από βοδινές ουρές μαραίνονται μέσα σε πήλινο πιάτο. Υπάρχουν γιάντες και δακτυλάκια∙ τα λεκανάκια για τα χέρια θα διαλύσουν την ενοχή. Οδοντοστοιχίες φλυαρούν καρφωμένες στο νεφρό ή στο στήθος από κάτι που άλλοτε πέταγε. Αυτές οι καρδιές δεν ξέρουν από αγάπη και κείτονται σε στρώματα από ρύζι σαφράν χωρίς μομφή. Τι θυμίζει το κόκκινο κρασί; Αίμα. Στο τραπέζι έξι, τα λόγια που λένε οι γλώσσες έχουν σιγοβράσει σε Αρμανιάκ. Η γυναίκα που μασουλάει βυζανιάρικο γουρουνάκι πρέπει αργότερα να ξαπλώσει με τον άντρα της. Πόδι, γλουτοί και στήθος βελάζουν πάνω σε ολόλευκο τραπεζομάντιλο. Να αντικαταστήσεις το ζωντανό μοσχάρι με μοσχαρίσιο κρέας σε τέσσερις κινήσεις. Να η δύναμη των λέξεων: μαχαίρι, πατσάς, φώτα, αλλαντικά. Ένας χοντρός άντρας ζητάει το κρέας του μισοψημένο λουσμένος από λεπτό ιδρώτα. Υπάρχουν χαρτομάντιλα για να σκουπίσουν την α...

Solomon Northup: Δώδεκα χρόνια σκλάβος (απόσπασμα)

Εικόνα
    Έ να Σάββατο, εποχή που σκάβαμε, όχι πολύ παλιά, ήμαστε στην όχθη του ποταμού και πλέναμε τα ρούχα μας, όπως συνηθίζαμε πάντα. Η Πάτσι δεν ήταν μαζί μας, ο Επς την αναζήτησε φωνάζοντας δυνατά, χωρίς να πάρει απάντηση. Δεν την είχε δει κανένας μας να φεύγει, άγνωστο πού είχε πάει. Πρέπει να είχαν περάσει μία-δύο ώρες,  όταν την είδαμε να έρχεται από την κατεύθυνση του Σόου. Ο άνθρωπος αυτός, γνωστός για την ανηθικότητά του, δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον Επς. Η Χάριετ, η μαύρη σύζυγός του, ήξερε τα βάσανα της Πάτσι και της φερόταν ευγενικά, με αποτέλεσμα κι εκείνη με κάθε ευκαιρία να επιδιώκει να τη συναντήσει. Οι επισκέψεις της είχαν ως αφετηρία μόνο τη φιλία, όμως στο μυαλό του Επς τρύπωσε σιγά-σιγά η υποψία ότι άλλος λόγος την οδηγούσε εκεί, ένα ελεεινό πάθος: δεν ήταν η Χάριετ που πήγαινε να συναντήσει, αλλά αυτός ο ξεδιάντροπος σάτυρος, ο γείτονάς του. Όταν γύρισε η Πάτσι, βρήκε το αφεντικό της έξαλλο από θυμό. Η οργή του τη φόβισε τόσο  που αρ...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Το χριστόψωμο

Εικόνα
(φωτ. Κωνσταντίνος Μάνος)        Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου; Εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στείρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίη διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δυὸ ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέση περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰπούσαι αὐτῇ, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπῶν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.       Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ᾖλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἐαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆρας της. ...

Μάριος Χάκκας: Το ψαράκι της γυάλας (1971)

Εικόνα
       Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπό μάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος! και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.        Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.      Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας τοπίο κατάλληλο αντικείμενο για...

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: "Η χαμένη δεκαετία"

Εικόνα
(φωτ. Charles Ebbets)     Κάθε λογής άνθρωποι έρχονταν στα γραφεία της εβδομαδιαίας εφημερίδας και ο Όρισον Μπράουν είχε κάθε λογής σχέσεις μαζί τους. Εκτός ωρών γραφείου ήταν ένας από τους συντάκτες — την ώρα της δουλειάς ήταν απλώς ένας σγουρομάλλης άντρας που πριν ένα χρόνο είχε τη σύνταξη του Jack-O-Lantern του Ντάρτμουθ και τώρα ήταν πολύ χαρούμενος μόνο και μόνο επειδή αναλάβαινε τις ανεπιθύμητες αποστολές μέσα στο γραφείο, από το χτένισμα ενός δυσανάγνωστου κειμένου μέχρι το να παρασταίνει τον κλητήρα δίχως τον τίτλο.        Είχε δει αυτόν τον επισκέπτη να μπαίνει στο γραφείο του αρχισυντάκτη — έναν χλωμό, ψηλό σαραντάρη με ξανθά, αγαλματένια μαλλιά, και φέρσιμο που δεν ήταν δειλό ούτε συνεσταλμένο ούτε απόκοσμο σαν του καλόγερου, μα κάτι κι απ’ τα τρία μαζί. Το όνομα στην κάρτα του, Λιούις Τριμπλ, ανακαλούσε κάποια θαμπή μνήμη, αλλά μην έχοντας από πού να ξεκινήσει, ο Όρισον δε σκοτίστηκε γι’ αυτό — ωσότου ένα κουδούνι ήχησε πάνω στο γραφείο το...

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: Το χαλί όπου παίζαμε ήταν κόκκινο (απόσπασμα)

Εικόνα
            Αν θελήσω να ξαναγυρίσω με το μυαλό μου πίσω στα παιδικά μου χρόνια με σταματάει μια δυσκολία.      Θυμάμαι πιο εύκολα κείνα τα πράγματα που μου ’χουν ξανάρθει, από τότες, πολλές φορές στο νου και τα ’χω ξαναδιηγηθεί σε άλλους, ή στον εαυτό μου, γιατί τα ’βρισκα ενδιαφέροντα, για να δικαιολογήσω μια πράξη μου, και γιατί οι άλλοι τα είχανε διαλέξει για καλύτερα και μου τα είχανε επιβάλει κι εμένα του ίδιου.      Τα άλλα, όσα συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή, μένουν μπερδεμένα σε κάποιο θαμπό σύννεφο που υπάρχει (γιατί το αισθάνομαι) μέσα μου. Καταλαβαίνω πως θα μου χρειαστεί κόπος για να φτάσω ώς τα εκεί.      Κι έτσι σκοντάφτει η θέλησή μου και γυρίζει σαν ένας μύλος που δεν αλέθει τίποτα· ώσπου να της δώσω καμιά άλλη τροφή να ικανοποιηθεί, κοιτάζοντας λόγου χάριν απ’ το παράθυρο τον εξωτερικό κόσμο, αφού τόση είναι η αδυναμία μου να γυρίσω στον εσωτερικό....